Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

"Αυτός με έσωσε..."


Οι πέντε νέοι επισκέπτονται το Άγιον Όρος για πρώτη φορά. Δεν είναι ακόμη 20 χρονών.
Όταν φτάνουν στη Μονή των Ιβήρων, τους εντυπωσιάζει ή εικόνα της Παναγίας και οι μοναχοί με τα σκυμμένα κεφάλια και τις στρωτές μετάνοιες. Δυσκολεύονται να δεχτούν τον άλλο τρόπο ζωής και οι ιστορίες για θαύματα που τους αφηγείται κάποιος παλιός μοναχός τους φαίνονται απίστευτες. Ήταν το καλοκαίρι του 1979.


Την επόμενη μέρα, με ζέστη, νιάτα και άγνοια, κατευθύνονται όλοι τους προς τη θάλασσα. Δένε ν' αψηφήσουν την απαγόρευση και να κολυμπήσουν. Ό Κώστας ξανοίγεται λίγο περισσότερο και κάποια στιγμή νιώθει το Αιγαίο να τον παίρνει μέσα. Φοβάται, πίνει νερό και ζητάει βοήθεια. Οι φίλοι τον πλησιάζουν, κινδυνεύουν όμως και βγαίνουν στην ξηρά δύσκολα.

Στρέφονται προς τη Μονή, μήπως κάποιος από εκεί τους συντρέξει. Τους πλησιάζει ένας άντρας ψηλός, γύρω στα 30. Δείχνει σίγουρος. Κάνει νόημα να μην ταράζονται. Φυσικά και θα βοηθήσει, Πέφτει στο νερό, πολύ γρήγορα και εύκολα φτάνει το νέο που μισοπνίγεται και τον τραβάει στη στεριά. Οι φίλοι του τον τριγυρίζουν και του δίνουν τις πρώτες βοήθειες.

Μόλις εκείνος συνέρχεται, διαπιστώνουν πώς ό ξένος δεν είναι μαζί τους. Κι όχι μόνο αυτό. Αλλά, ενώ και οι πέντε επιμένουν πώς είχε πολύ ιδιαίτερη φυσιογνωμία, δεν τη θυμούνται παρά θαμπά. Ό ένας από την παρέα λέει πώς ήταν μελαχρινός, μ' ένα χακί στρατιωτικό σάκο κι εντελώς γυμνός, που αυτό όμως δεν τον σοκάρισε. Ό άλλος τον είδε ξανθό, να φοράει μαύρο ζιβάγκο και παντελόνι Τζην. Ό τρίτος, που κινδύνεψε, ισχυρίζεται πώς δεν τον άγγιξε καθόλου σαν τον πλησίασε, άλλα ένιωθε σαν να υπήρχε ένα μικρό κενό ανάμεσα σ' αυτόν και τα χέρια του σωτήρα του και μία δύναμη περίεργη να τον έλκει προς τα έξω.
Ψάχνουν παντού το απόγευμα στην Ιβήρων, γιατί στον ένα φάνηκε πώς εκεί κατευθύνθηκε. Πουθενά. Εξαφανισμένος. Ρωτούν τους μοναχούς κι εκείνοι τους απαντούν πώς δεν έχουν εξήγηση, ας δώσει ό καθένας τη δική του. Έτσι, το άλλο πρωί συνεχίζουν την αναζήτηση σε διπλανά Μοναστήρια.
Φθάνουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Κι εκεί, σ' ένα μικρό ναό πού μπαίνουν για να προσκυνήσουν, ό Κώστας συναντά το σωτήρα του στη μία πόρτα του ιερού. Είναι ό Γαβριήλ. Όποτε, για ένα λεπτό δεν υπάρχει κανείς άλλος στην πλάση, μόνο ό Αρχάγγελος κι αυτός. Για μία αιωνιότητα δεν υπάρχει κανείς άλλος στην αγάπη και το θάμβος, μόνο τα μάτια στην τοιχογραφία πού γελούν και τα δικά του πού κλαίνε.
-Αυτός με έσωσε, ψελλίζει μόνο και πέφτει στα γόνατα. Κι έτσι πεσμένο, τον τυλίγει ή ίδια δύναμη, εκείνη πού τον τράβηξε απ' το σκοτεινό νερό την ώρα πού πνιγόταν. Πνίγεται πάλι. Μετά το φυσικό, νιώθει και τον πνευματικό πνιγμό. Αλλά τώρα πια είναι πλάι του κάποιος με φτερούγες, πού μπορεί να τον οδηγεί σε διαφορετική όχθη.

Και δεν περνάει πολύς καιρός, όταν στον παλιό του κόσμο μαθεύτηκε πώς ό νέος αποφάσισε να μη γυρίσει. Από τότε όμως πού άλλαξε όνομα, φόρεσε ράσο κι απόμεινε στης δεύτερης σωτηρίας του την όχθη, κανείς δεν γνωρίζει που βρίσκεται. Οι παλιοί του φίλοι τον προφυλάσσουν, διηγούνται όλα τούτα με δέος και ισχυρίζονται πώς λίγο μετά θα βεβαιώσει την εμφάνιση του Γαβριήλ στο συγκεκριμένο γεγονός και ό Γέρων Παΐσιος.


Οι Αρχιστράτηγοι των Ασωμάτων
Πηγή: Αποσπάσματα από τη Συλλογή «Σαλιγκάρι στην Πέτρα», του Μιχάλη Λεβέντη.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου