Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Αγία Γραφή και Πίστη


Γράφει ὁ π. Ἰωὴλ Κωνστάνταρος
Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς ΣΤ' Λουκᾶ

Προς Γαλάτας Α' 11-19 
Γεμάτος συγκίνηση, καὶ μὲ σταθερὴ ὁμολογία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καταγράφει στοὺς Γαλάτες ὅτι ἡ διδασκαλία ποὺ τοὺς ἐκήρυξε, δὲν ἦταν κάτι τὸ ἀνθρώπινο. Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ παρέλαβε «δὶ' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καὶ γιὰ νὰ τονιστεῖ ἡ ἀλήθεια αὐτή, στὴ συνέχεια τοὺς ἱστορεῖ τὴν δική του κατ' ἀρχὴν ἀναστροφὴ στὸν Ἰουδαϊσμό, καὶ κατόπιν τί ἀκριβῶς συνέβη ὥστε νὰ εἶναι τώρα Ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἀδελφοί μου τὸ γεγονός, ὅτι τονίζει ὁ Παῦλος πὼς τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἐκήρυξε δὲν εἶναι ἐπινόημα ἀνθρώπου. Φυσικὰ αὐτὸ ποὺ ὑπογραμμίζει ὁ Παῦλος, ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλους τους ἄλλους Ἀποστόλους ποὺ ἐκήρυξαν στὴ γνωστὴ τότε οἰκουμένη, καὶ ὁπωσδήποτε ἰσχύει γιὰ τοὺς θεοπνεύστους συγγραφεῖς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τόσο τῆς Παλαιᾶς ὅσο καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης.
 Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ μεγάλη αὐτὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, κηρύττει ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὁμιλεῖ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, τῶν συγγραφέων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅμως, ἂς σταθοῦμε γιὰ λίγο στὸ σημεῖο αὐτό, καὶ τοῦτο διότι ἀρκετοὶ ἀδελφοί μας, παρανοοῦν ἢ ἀγνοοῦν ἐντελῶς κάποιες βασικὲς ἀλήθειες, μὲ ἀποτέλεσμα, παρὰ τὴν καλή τους διάθεση, νὰ....
ξεφεύγουν καὶ νὰ χάνουν τελείως τὸν δρόμο τῆς ἀληθείας.

Τὸ ὅτι ἡ Γραφὴ εἶναι θεόπνευστη, τὸ ὅτι οἱ συγγραφεῖς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι θεόπνευστοι καὶ τὸ ὅτι ἡ καταγραφὴ τῶν Βιβλίων ἀποτελεῖ προϊὸν συνεργασίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν συγγραφέων (ὄχι βεβαίως ἐπὶ ἴσοις ὄροις), τὸ ὅτι οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς ἔγιναν «καλοὶ ἀγωγοί» του Ἁγίου Πνεύματος, «ἔνθεα ὄργανα» διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς φανέρωσε τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, τοῦτο δὲν σημαίνει σὲ καμμία τῶν περιπτώσεων ὅτι ὁ καθένας μπορεῖ νὰ λαμβάνει στὰ χέρια τοῦ τὴν Βίβλο καὶ νὰ τὴ μελετᾶ καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύει κατὰ τὸ δοκοῦν. Τοῦτο τὸ λέμε, διότι ὑπάρχουν κάποιες ψυχές, ἐπηρεασμένες ἀπὸ προτεσταντικὲς κυρίως παραφυάδες, ποὺ νομίζουν ὅτι μὲ τὸ νὰ κρατοῦν στὰ χέρια τὴ Βίβλο καὶ νὰ τὴν ἀποστηθίζουν, ὅτι βρίσκονται στὸ χῶρο τῆς σωτηρίας.
 Λησμονοῦν ὅμως ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος τὴν γνωρίζει ὁλόκληρη τὴν Γραφή. Ἄλλωστε καὶ ὅταν ὁ ἐχθρὸς πείραξε τὸν Κύριο στὴν ἔρημο, μέσα ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη, χρησιμοποίησε χωρία.
 Ἀγνοοῦν ἐπίσης ὅτι ὅλος ὁ προτεσταντικὸς κόσμος, ποὺ ἔχει κατακερματιστεῖ σὲ περισσότερες ἀπὸ δύο χιλιάδες ὁμολογίες, τὴν Βίβλο κρατᾶ, καὶ ὁ καθένας ἰσχυρίζεται ὅτι στὴν Γραφὴ στηρίζεται ἡ ὁμάδα του. Ἀκόμα καὶ σοδομίτες – διεστραμμένοι προτεστάντες, τελευταίως, στὴν Γραφὴ προσπαθοῦν νὰ βροῦν ἔρεισμα (δῆθεν στὴν ἀγάπη), γιὰ νὰ στηρίξουν τὰ ἀνομολόγητα πάθη τους.
 Ἀλλά, ρωτοῦμε ὅλους αὐτοὺς τοὺς φίλους μας ποὺ εὐκαίρως ἀκαίρως καὶ μὲ ὕφος μάλιστα προφέσσορος πολλὲς φορές, θέλουν νὰ μᾶς διδάξουν τὴν ἀξία τῆς Βίβλου, τοὺς ἐρωτοῦμε: Ποῦ βρήκατε τὴν Ἁγία Γραφή; Καὶ πῶς ἦλθε στὰ χέρια σας; Ἔτσι ὑπῆρξε ἐξαρχῆς ὡς ἔχει σήμερα; Ἢ γιατί ἔχει τὰ συγκεκριμένα βιβλία καὶ ὄχι λιγότερα ἢ περισσότερα;
 Ἐννοεῖται ὅτι στὶς παρακάτω ἐρωτήσεις, δὲν ἔχουν νὰ δώσουν καμμία ἀπάντηση. Ἐὰν ὅμως διαθέτουν ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ξεκινήσουν ἀπὸ αὐτὲς τὶς θεμελιώδεις ἐρωτήσεις, τότε θὰ κατανοήσουν ὅτι τὰ πράγματα, σχετικὰ μὲ τὴν Βίβλο, τὴν μελέτη καὶ τὴν ἑρμηνεία αὐτῆς, δὲν εἶναι καὶ τόσο ἁπλοϊκὰ ὅσο νομίζουν, οὔτε πάλι μέσα σὲ μία αἴθουσα ποὺ ἐνδεχομένως θὰ «ὁμολογήσει» κανεὶς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, θὰ βαπτισθεῖ μὲ «Πνεῦμα Ἅγιον». Οὔτε, πολὺ περισσότερο, οἱ ἄναρθρες κραυγὲς καὶ οἱ σπασμωδικὲς κινήσεις ἀποτελοῦν σὲ καμμία περίπτωση τὸ «χάρισμα τῆς γλωσσολαλίας».


 Ἀλλοίμονο ἐὰν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίδασκε καὶ θεμελίωνε αὐτὸν τὸν ξεπεσμὸ καὶ τὴν παραφροσύνη ποὺ ἀρκετὲς τῶν περιπτώσεων τούτων, χρήζουν ἰατρικῆς θεραπείας καὶ περιθάλψεως.
 Καὶ μετὰ ἀπ' ὅλα αὐτά, ποῦ καταλήγουμε; Μειώνουμε τὴν Βίβλο καὶ καταργοῦμε τὴ μελέτη της; Μὴ γένοιτο ἀδελφοί μου. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο ἐὰν κανεὶς καταλήξει σὲ τέτοια βλασφημία ἀπὸ τὰ γραφόμενά μας.
 Ἀντιθέτως, μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέρουμε, προβάλλουμε τὴν ἀξία τῆς Βίβλου, τοῦ γραπτοῦ δηλαδὴ λόγου τοῦ Θεοῦ, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ὅτι, ὅπως τὸ ψάρι δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει ἔξω ἀπὸ τὸ νερό, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἡ Γραφὴ δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐκτός του φυσικοῦ της χώρου ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία!
 (Ὅλοι φυσικὰ καταλαβαίνουμε πὼς ὅταν ἐδῶ κάνουμε λόγο περὶ Ἐκκλησίας, δὲν ἐννοοῦμε τὸ Ναό).

 Καὶ γιὰ νὰ γίνει περισσότερο κατανοητὸ τὸ θέμα μας, ἂς μιλήσουμε μὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα. Μπορεῖ ἕνας, παντελῶς ἄσχετος μὲ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, τὴν χειρουργικὴ ἢ τὴν πυρηνικὴ ἰατρική, νὰ προμηθευτεῖ ἀπὸ βιβλιοπωλεῖο ἕνα ἐγχειρίδιο ἰατρικῆς ἢ χειρουργικῆς, καὶ  νὰ καλεῖ στὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπους ἀσθενεῖς γιὰ νὰ τοὺς κάνει διάγνωση, ἐγχείρηση καὶ στὴ συνέχεια νὰ τοὺς χορηγεῖ θεραπεία; Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἔχασαν τὰ λογικά τους θὰ μποροῦσαν νὰ ἀπαντήσουν θετικὰ στὰ παραπάνω ἐρωτήματα. Ε, λοιπόν, ἄλλο τόσο θὰ μπορέσει ἕνας (παρὰ τὴν καλή του θέληση), νὰ κατανοήσει τὴν θεόπνευστη Βίβλο, εὐρισκόμενος ἐκτός του Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μᾶλλον θὰ λέγαμε, ἐὰν ὑφίσταται ἡ ἀγαθὴ προαίρεσις, ἀμέσως θὰ ἐννοήσει ὅτι ἀπὸ μόνος του εἶναι φύσει ἀδύνατον νὰ κατανοήσει ὀρθὰ τὴν Βιβλικὴ διδασκαλία. Ἀμέσως θὰ σπεύσει στὸν κατάλληλο χῶρο, δηλ. τὴν Ἐκκλησία ὥστε νὰ ἐννοήσει ὀρθὰ τὸν λόγο περὶ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὅμως πρωτίστως ἀποφασίσει νὰ ζήσει ὀρθὰ αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ..
 Στὸ ἐρώτημα τώρα, μὰ ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔτσι ἔχουν, γιατί τόσοι ἄνθρωποι ἐνεργοῦν διαφορετικά, γιατί κινδυνεύουν νὰ χαθοῦν, κρατώντας, ἀλλοίμονο, στὰ χέρια τὴν Γραφή; Ἀπάντησις: Δὲν ὑπάρχουν μόνο οἱ ἐξ' ἀριστερῶν πειρασμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ δεξιῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι περισσότερο ἐπικίνδυνοι, καὶ τοῦτο διότι κατορθώνει ὁ πειρασμὸς νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστέψει ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἀληθείας, καθ' ἢν στιγμὴν βρίσκεται στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση.

 Τὸ θέμα μας ὅμως ἔχει καὶ ἄλλες προεκτάσεις πού, δοθείσης εὐκαιρίας, θὰ ἀναπτυχθοῦν.
 Θὰ κλείσουμε μὲ τοῦτο. Ὅποιος δὲν παραδέχεται τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας, στὰ χέρια του ἡ Γραφὴ χάνει τὸ κύρος καὶ τὴν σημασία της. Ἡ Γραφὴ ὄντως εἶναι Ἀλήθεια. Ὅμως ἔχει καὶ ἡ Ἀλήθεια ἀνάγκη στηρίγματος, δηλ. ἐγγυητοὺ καὶ ἀλαθήτου ἐρμηνευτοῦ. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία. Σπουδαία ἡ Γραφή, ἀλλ' ἀσυγκρίτως σπουδαία ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι ὁ στύλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας (Α' Τιμοθ. Γ' 15).
 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζῶν ὀργανισμός, ἐμψυχούμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχοντας κεφαλὴ τὸν Χριστὸ καὶ μέλη ἑκατομμύρια πιστοὺς ποὺ ἀγαποῦν, μελετοῦν καὶ ἐφαρμόζουν αὐθεντικὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι καταγεγραμμένος στὸν Κανόνα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὅπως διασαφηνίζεται ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους.
 Καὶ ἂς μὴ λησμονοῦν οἱ φίλοι μας ποὺ στηρίζουν τὴν πορεία τους στὴν αὐθεντία (ὅπως ἰσχυρίζονται) τῆς Βίβλου, ἀποκομμένοι ὅμως ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, παρὰ τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα ποὺ ἐβίωσε καὶ ὄντως κατέστη θεόπνευστος, δὲν παρέμεινε μόνος καὶ δὲν στηρίχτηκε ἁπλὰ στὴν προσωπική του ἐμπειρία καὶ μαρτυρία. «Ἀνῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἱστορῆσαι Πέτρον» καὶ ὅπως καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει, αἰσθανόταν τὴν ὑποχρέωση νὰ κρατᾶ ἄρρηκτα τὸν σύνδεσμο μὲ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων «τὴν μητέρα τῶν Ἐκκλησιῶν», ὥστε νὰ ἐπιβεβαιώνεται τόσο ἡ κλίσις του, ὅσο καὶ τὸ μοναδικό του ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἐθνῶν. Μέσα λοιπὸν ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναγκαῖες καὶ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ προϋποθέσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἐπιβάλλεται, καθημερινῶς καὶ κατόπιν προσευχῆς νὰ μελετοῦμε τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ν' ἀγωνιζόμαστε πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
Ἀμήν.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου